

Άρση μονιμότητας δημοσίων υπαλλήλων: Όλα θυσία στον βωμό του λαϊκισμού, του κοινωνικού αυτοματισμού και της επικοινωνιακής στρατηγικής της Κυβέρνησης!
Ο Πρωθυπουργός εξήγγειλε την πρόθεση του κυβερνώντος κόμματος στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος να συμπεριλάβει και την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που κάποιος κυβερνητικός παράγοντας εργαλειοποιεί ένα σημαντικό ζήτημα για επικοινωνιακούς λόγους. Η συγκεκριμένη τακτική αποτελεί μόνιμη επιλογή για να ξεφεύγουν από τα τεράστια προβλήματα της καθημερινότητας αλλά και να εμφανίζουν μία δήθεν μεταρρυθμιστική διάθεση της κυβέρνησης, η οποία εμποδίζεται από όλους αυτούς που τάχα θέλουν να κρατήσουν την ελληνική κοινωνία στο παρελθόν.
Απόδειξη της φθηνής επικοινωνιακής διαχείρισης και αυτού του θέματος, αποτελεί το γεγονός πως ενώ η συνταγματική αναθεώρηση χρειάζεται αυξημένη πλειοψηφία τουλάχιστον 180 βουλευτών την οποία η κυβέρνηση δεν διαθέτει, δεν γίνεται καμία προσπάθεια συναίνεσης, συζήτησης με τα υπόλοιπα κόμματα και την κοινωνία, ώστε να δημιουργηθούν δυνατότητες σύγκλισης δυνάμεων και συνεργασιών ευρύτερων χώρων. Ως εκ τούτου, το εγχείρημα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία και απλά λειτουργεί ως αποπροσανατολιστικό «πυροτέχνημα» που στρέφει τα φώτα της δημοσιότητας αλλού από εκεί που βρίσκονται τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.
Η ευκολία με την οποία ο Πρωθυπουργός της Χώρας διατυπώνει προτάσεις για την αλλαγή του Συντάγματος, υπεραπλουστεύοντας εξαιρετικά σύνθετα προβλήματα συνταγματικής θεωρίας και πράξης χωρίς σοβαρή θεμελίωση, αποτελεί απόδειξη λαϊκισμού, η οποία σχετίζεται και με μία απλοϊκή αντίληψη σχετικά με τον τρόπο συμμετοχής της κοινωνίας στον συνταγματικό διάλογο. Στα γρανάζια του συνταγματικού λαϊκισμού και μόνο είναι ενταγμένη η συζήτηση για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς στο Σύνταγμα προβλέπεται σαφώς η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και με αμερόληπτες διαδικασίες.
Συγκεκριμένα, στο άρθρο 103 του Συντάγματοςαναφέρεται ότι λόγοι λύσης της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης αποτελούν η παύση μετά από δικαστική απόφαση, η απόλυση λόγω κατάργησης της θέσης που κατείχε ο υπάλληλος, η απόλυση μετά από απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, συμβούλιοστο οποίο η κυβέρνηση έχει την απόλυτη πλειοψηφία.
Εάν λοιπόν το ζητούμενο είναι να απολύονται από τη δημόσια διοίκηση οι επίορκοι, οι τεμπέληδες, οι διεφθαρμένοι, αυτή η δυνατότητα προβλέπεται ρητά και σήμερα. Άλλωστε, στον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα (ν.3528/2007)αναφέρονται τα πειθαρχικά παραπτώματα που μπορούν να επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης. Ο κύριος Μητσοτάκης οφείλει να εξηγήσει τι περισσότερο από αυτά επιδιώκει η Κυβέρνηση να προβλεφθεί στο Σύνταγμα. Μήπως να απολύονται δημόσιοι υπάλληλοι επειδή δεν ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία;
Αποτελεί λοιπόν κακής ποιότητας λαϊκισμό να ταυτίζεται η μονιμότητα με την ατιμωρησία και την αναποτελεσματικότητα στο Δημόσιο. Μονιμότητα δεν σημαίνει αποκλεισμός της απόλυσης αλλά σαφής οριοθέτηση των λόγων και της διαδικασίας λύσης.Ο λόγος που θεσμοθετήθηκε ήταν για να μην μπορεί κάθε κυβέρνηση να απολύει όσους διόρισε η προηγούμενη, για να φέρει τα δικά της ρουσφέτια. Η ιστορία πίσω από το όνομα της πλατείας Κλαυθμώνος έχει να προσφέρει σημαντικά διδάγματα.
Η μονιμότητα εξασφαλίζει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι εργάζονται με βάση την αίσθηση καθήκοντος που έχουν και όχι επειδή φοβούνται ότι θα απολυθούν, εξασφαλίζει την συνέχεια του κράτους, προστατεύει από πολιτικές παρεμβάσεις και αποτελεί αναγκαιότητα για τη εύρυθμη δημοκρατική λειτουργία του κράτους.
Είναι εύκολο να παριστάνεις τον μεταρρυθμιστή Πρωθυπουργό διαστρεβλώνοντας θεσμικά προβλήματα και διασύροντας τη δημόσια διοίκηση και τα στελέχη της, είναι όμως αδύνατο να πείσεις για τις αγνές μεταρρυθμιστικές σου προθέσεις όταν στα χρόνια της διακυβέρνησής σου έχεις διπλασιάσει τους μετακλητούς υπαλλήλους, κομματικά σου ρουσφέτια, από 1.700 σε 3.350! Είναι επίσης τραγικό να επενδύεις σε λογικές κοινωνικού αυτοματισμού προσδοκώντας κέρδη μέσα από ένα νέο διχασμό της ελληνικής κοινωνίας.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Γάζα «ώρα μηδέν»!
Απαιτείται άμεση κινητοποίηση όλων για τον τερματισμό της ανθρωπιστικής κρίσης.

Σχεδόν 24 ώρες μετά την εφιαλτική προειδοποίηση του αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για ανθρωπιστικά ζητήματα, ότι 14.000 βρέφη στη Γάζα ενδέχεται να πεθάνουν μέσα σε 48 ώρες, εάν δεν φτάσει εγκαίρως βοήθεια, η κατάσταση στην πολιορκημένη Γάζα παραμένει απελπιστική. Δύο εκατομμύρια άνθρωποι λιμοκτονούν,ενώ τόνοι τροφίμων παραμένουν στα σύνορα, κατήγγειλε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.
Οι νεκροί άμαχοι, ανάμεσά τους πολλά παιδιά, ο αποκλεισμός και η ισοπέδωση της Γάζας, ο βίαιος εκτοπισμός των κατοίκων και η συνέχιση των παράνομων εποικισμών στη Δυτική Όχθη, συνθέτουν μια δραματική εικόνα που δεν μπορεί να κρυφτεί κάτω από ένα παχύ πέπλο υποκρισίας και αδιαφορίας.
Ο άμεσος τερματισμός των ισραηλινών βομβαρδισμών και των επιχειρήσεων εκκαθάρισης της Γάζας, η επανέναρξη της ομαλής ροής της ανθρωπιστικής βοήθειας, η απελευθέρωση των ομήρων της Χαμάς, ο τερματισμός των εποικισμών και η αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους στην περιοχή είναι τα απολύτως αναγκαία βήματα για την αποσυμπίεση της κρίσης και την οριστική και δίκαιη επίλυση του ζητήματος.
Η Ελληνική Κυβέρνηση οφείλει να εγκαταλείψει την πολιτική της «αφωνίας» και να καταδικάσει τα γεγονότα στη Γάζα, στηρίζοντας ενεργά κάθε πρωτοβουλία για την άμεση κατάπαυση της βίας, την επιστροφή όλων των ομήρων και την έναρξη συνομιλιών με στόχο τη λύση των δύο κρατών στην περιοχή, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ.
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης καταδικάζει τη νέα επίθεση του Ισραήλ στην πολύπαθη Λωρίδα της Γάζας.Ηεξελισσόμενη ανθρωπιστική κρίση στην περιοχή απαιτεί άμεση ενεργοποίηση της διεθνούς κοινότητας. Έχουμε χρέος απέναντι στον ελληνικό λαό και στην ιστορία μας να μην κλείσουμε τα μάτια στο έγκλημα που συντελείται. Οφείλουμε να είμαστε πάντα στην όχθη του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Νέα Προγράμματα Σπουδών: Χωρίς διαρκή ανατροφοδότηση και προσαρμογή στις πραγματικές ανάγκες της εκπαίδευσης, θα οδηγηθούν σε εφαρμοστική αδυναμία.
Τα Νέα Προγράμματα Σπουδών (ΝΠΣ) που εισήχθησαν στην ελληνική εκπαίδευση αποτελούν ένα εγχείρημα ανανέωσης του παιδαγωγικού πλαισίου, επιδιώκοντας να ανταποκριθούν στις σύγχρονες εκπαιδευτικές ανάγκες και τις εξελίξεις στην επιστήμη και την κοινωνία. Σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με ταχύτητα, η εκπαίδευση πρέπει να προσαρμοστεί. Οι μεταρρυθμίσεις στα ΝΠΣ προωθούν μία πιο ολιστική και καινοτόμο προσέγγιση στη μάθηση, επιδιώκοντας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και την ανάπτυξη των δεξιοτήτων των μαθητών.
Τα κυριότερα πλεονεκτήματα που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την αναγκαιότητα εφαρμογής των ΝΠΣ είναι τα ακόλουθα:
Ωστόσο, παρόλο που τα ΝΠΣ επιδιώκουν να εισάγουν καινοτόμες μεθόδους και δεξιότητες, η εισαγωγή τους δεν έχει στερηθεί κριτικής και προβληματισμών:
Συνοψίζοντας, τα ΝΠΣ εισάγουν αλλαγές, προάγουν μία πιο σύγχρονη, ολιστική προσέγγιση στην εκπαίδευση, ανταγωνιζόμενα τις παραδοσιακές μεθόδους. Ωστόσο, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα σημαντικά μειονεκτήματα που ενδέχεται να παρουσιαστούν στην εφαρμογή τους. Απαιτείται συνοχή μεταξύ αναλυτικού και ωρολόγιου προγράμματος καθώς και επιστημονικά τεκμηριωμένο και συλλογικά διαμορφωμένο περιεχόμενο. Η καλή προετοιμασία των εκπαιδευτικών μέσω ουσιαστικής επιμόρφωσης, η προσεκτική διαχείριση της διδακτέας ύλης, η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων στην εκπαιδευτική διαδικασία, είναι κρίσιμα στοιχεία που μπορούν να συμβάλλουν στη μείωση των προκλήσεων.
Η συνεχής αποτίμηση των ΝΠΣ, η ανατροφοδότηση από την εκπαιδευτική κοινότητα και η προσαρμογή των προγραμμάτων στις πραγματικές ανάγκες της εκπαίδευσης αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις προκειμένου να μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι οι νέες προσεγγίσεις στη μάθηση θα είναι ωφέλιμες για όλους τους μαθητές, προσφέροντάς τους τα εφόδια που χρειάζονται για να γίνουν υπεύθυνοι και ενεργοί πολίτες, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του 21ου αιώνα. Η ουσιαστική βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο συγκεκριμένο εγχείρημα, εξαρτάται από την προσεκτική παρακολούθηση της εφαρμογής των ΝΠΣ και την έγκαιρη αντιμετώπιση των προκλήσεων που ανακύπτουν.
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης θεωρεί ότι εάν δεν ληφθούν υπόψη οι παραπάνω προϋποθέσεις, μπορεί να καταδικαστούν ακόμα και τα πιο φιλόδοξα Προγράμματα Σπουδών σε εφαρμοστική αδυναμία και εκπαιδευτική ακινησία.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Υπουργείο Παιδείας: Εναλλαγή προσώπων χωρίς καμία αλλαγή
στις αντιεκπαιδευτικές πολιτικές!
Οποιοσδήποτε καλοπροαίρετος είχε αυταπάτες ότι πιθανόν μία αλλαγή σε πρόσωπο υπουργού στην κυβέρνηση του κυρίου Μητσοτάκη υπάρχει περίπτωση να φέρει αλλαγή έστω και σε ένα μικρό κομμάτι της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής που ασκεί από την πρώτη μέρα της διακυβέρνησή του, έχει πειστεί πια πως δεν έχουν καμία βάση ρεαλισμού.
Οι πρώτες κινήσεις της νέας υπουργού Σοφίας Ζαχαράκη δείχνουν ξεκάθαρα πως τα πρόσωπα εναλλάσσονται αλλά η επικοινωνιακή αντιμετώπιση των θεμάτων της εκπαίδευσης είναι η μόνη σταθερή παράμετρος. Λόγια πολλά και σχέδιο μηδενικό. Όλα αποσπασματικά, χωρίς κανένα διάλογο όχι μόνο με τους εκπαιδευτικούς αλλά και με την πανεπιστημιακή κοινότητα. Υλοποίηση πολιτικών χωρίς εισηγήσεις επίσημων επιστημονικών φορέων, χωρίς να ανακοινώνεται ποιος φέρει το βάρος της ευθύνης της κάθε πρότασης, το πιθανότερο μέσω προτάσεων «κολλητών» και κομματικών φίλων. Εκπαίδευση «κομματικό λάφυρο», που στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των «κατακλυσμιαίων» αλλαγών, προχωρά με ρυθμούς χελώνας υπό διαρκές καθεστώς ποινών και φόβου!
Οι όποιες εξαγγελίες δήθεν μεταρρυθμίσεων από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία η ΝΔ, ήταν φανερό πως δεν ήταν σχεδιασμένες σωστά, σκόπευαν μόνο στην επικοινωνία και για αυτό έπεσαν στο κενό.
Ποιος δεν θυμάται για παράδειγμα τις εξαγγελίες της πρώτης υπουργού Παιδείας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, κυρίας Κεραμέως, για το δήθεν πολλαπλό βιβλίο, όπως η ίδια «βάφτισε» τη δυνατότητα επιλογής βιβλίου, οι οποίες δύο χρόνια μετά την αντικατάστασή της δεν έχουν υλοποιηθεί, ενώ τις παρουσίαζε ως κάτι που θα εφαρμοζόταν την επόμενη στιγμή, αν όχι ότι είχαν ήδη εφαρμοστεί!
Ποιος δεν θυμάται επίσης τις εξαγγελίες του δεύτερου υπουργού Παιδείας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, κυρίου Πιερρακάκη, για τη δήθεν ελάφρυνση του σχολείου από την απίστευτη γραφειοκρατία και αντί αυτού είχαμε διεύρυνση της, απλά σε ψηφιοποιημένη μορφή. Ο συγκεκριμένος υπουργός είναι πιθανό να θεωρούσε πως μπορούσε να μεταρρυθμίσει την εκπαίδευση μέσα από τον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή!
Ποιος δεν θυμάται ακόμα, ότι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός της Χώρας, «θυμήθηκε» να επισκεφτεί το υπουργείο Παιδείας απλά και μόνο για να απειλήσει τους εκπαιδευτικούς με απολύσεις. Αυτό ήταν το μόνο που βρήκε να πει σε έναν χώρο που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να κυριαρχεί ο διάλογος και οι συναινέσεις, καθώς η αναβαθμισμένη εκπαίδευση πρέπει να αποτελεί εθνικό στόχο! Αντί να είχε «απολύσει» από την πρώτη ημέρα τον υπουργό Καραμανλή και τους υπεύθυνους της τραγωδίας των Τεμπών, απειλεί με απολύσεις τους εκπαιδευτικούς!
Η νέα υπουργός Παιδείας, κυρία Ζαχαράκη, η οποία στο προηγούμενο πέρασμά της από το υπουργείο είχε καταγραφεί στη συλλογική συνείδηση ως υφυπουργός παιδείας αγγλικής γλώσσας καθώς η οπτική της για τον χώρο της εκπαίδευσης περιοριζόταν σε ότι αφορά την ξένη γλώσσα, απ ότι φαίνεται δεν άλλαξε συνήθειες. Ήδη από τις πρώτες συνεντεύξεις της δήλωσε πως σχεδιάζει αλλαγές στις ώρες που διδάσκεται το κάθε μάθημα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου, χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί ή ίσως και αδιαφορώντας για τις συνέπειες που έχει για την εκπαίδευση αλλά και για κάθε εκπαιδευτικό κλάδο η μείωση των ωρών μαθημάτων μέσω της αύξησης των ωρών κάποιου άλλου μαθήματος. Νομίζει πως το ωρολόγιο πρόγραμμα είναι «λάστιχο» που τεντώνοντάς το χωρούν οι πάντες χωρίς συνέπειες!
Και όλα αυτά σε ένα σχολείο «κουτσουρεμένο» που σχολάει καθημερινά στις 13:15, με το ολοήμερο σαφέστατα υποβαθμισμένο και χωρίς πουθενά να διαφαίνεται ότι είναι στις προθέσεις του υπουργείου να το αναβαθμίσει. Ακόμη και η «φοβερή» παρέμβαση λειτουργίας του ολοήμερου μέχρι τις 17:30, που η ίδια η κυβέρνηση δήλωνε ότι τάχα θα έλυνε το πρόβλημα των εργαζόμενων γονέων, αναιρέθηκε από τη μειωμένη συμμετοχή εξ αιτίας της μη ύπαρξης σωστών υποδομών παραμονής των μαθητών στο σχολείο για τόσες ώρες και λόγω της κατάργησης του υπεύθυνου δασκάλου του ολοήμερου που θα φρόντιζε να επιστρέφουν διαβασμένοι οι μαθητές στο σπίτι τους .
Προφανώς θεωρεί επίσης, πως η θέση της υπουργού την αναγορεύει και σε «ογκόλιθο» της παιδαγωγικής επιστήμης που μπορεί να διαμορφώνει αποσπασματικά κάθε είδους εξέλιξη στην εκπαίδευση χωρίς να χρειάζεται επιστημονική τεκμηρίωση από επιστήμονες παιδαγωγούς! Από εκεί και πέρα πολιτικό όραμα κανένα. Γενικόλογη διατύπωση ιδεών και καλών προθέσεων οι οποίες το πιθανότερο είναι πως θα έχουν την πορεία των προθέσεων των προκατόχων της, δηλαδή στις καλένδες!
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης καλεί την κυβέρνηση και όλες τις πολιτικές δυνάμεις να προχωρήσουν τις διαδικασίες ουσιαστικού διαλόγου για όλα τα θέματα της εκπαίδευσης μέσω της επανασύστασης του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας. Απαιτούνται ευρύτατες συναινέσεις και εθνικές στρατηγικές που θα υλοποιούνται από μόνιμο υπουργό Παιδείας ο οποίος δεν θα επηρεάζεται από τις κυβερνητικές αλλαγές. Ο χώρος της εκπαίδευσης δεν αντέχει άλλους «μαθητευόμενους μάγους».
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.