

Υπηρεσιακή κατάσταση και μεταβολές
κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου
1. Κωλύματα διορισμού μελών εφορευτικών επιτροπών
«Δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι ή έμμισθοι υπάλληλοι δημοτικών νομικών προσώπων και ιδρυμάτων και όσοι μ` αυτές τις ιδιότητες υπηρέτησαν την τελευταία τριετία προ της εκλογής, δεν μπορούν να κληρωθούν ή διοριστούν μέλη εφορευτικών επιτροπών και αν τυχόν κληρωθούν ή διοριστούν δεν μπορούν να λάβουν μέρος στη συγκρότηση των επιτροπών.».
(άρθρο 59 του Π.Δ.26/2012, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 του ν.4648/2019)
2. Ανάκληση και απαγόρευση κανονικών αδειών δημοσίων υπαλλήλων
«Απαγορεύεται η χορήγηση κάθε κανονικής άδειας απουσίας σε τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, στρατιωτικούς γενικά και τακτικούς υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης στο διάστημα που μεσολαβεί από την προκήρυξη των εκλογών μέχρι και την ημέρα της ψηφοφορίας.
Οι άδειες που τυχόν χορηγήθηκαν πριν από την προκήρυξη των εκλογών ανακαλούνται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται η έκδοση απόφασης, της αρμόδιας αρχής, και τα πρόσωπα που έχουν αυτές τις άδειες είναι υποχρεωμένα να βρεθούν στις θέσεις τους, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση.
Σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης μπορεί να χορηγηθεί άδεια σε δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς γενικά, ύστερα από προηγούμενη έγκριση του αρμόδιου Υπουργού ή εξουσιοδοτημένου απ` αυτόν οργάνου.». (άρθρο 106 του Π.Δ.26/2012)
3. Επάνοδος δημοσίων υπαλλήλων υποψήφιων βουλευτών στην οργανική τους θέση
«Δημόσιοι πολιτικοί υπάλληλοι, που παραιτούνται υποχρεωτικά σύμφωνα με την ισχύουσα εκλογική νομοθεσία, για να ανακηρυχθούν υποψήφιοι σε οποιεσδήποτε εκλογές, εάν δεν εκλεγούν, επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία μετά την περάτωση της διαδικασίας ανακήρυξης των εκλεγομένων ή, εάν εκλεγούν, από τη λήξη της θητείας τους για οποιονδήποτε λόγο.
Η επάνοδος συντελείται, αυτοδικαίως, με μόνη την υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο στην υπηρεσία και στη θέση από την οποία είχε παραιτηθεί. Αν η υπηρεσία αυτή δεν υφίσταται κατά το χρόνο της επανόδου, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία όπου έχουν μεταφερθεί οι υπάλληλοι της υπηρεσίας εκείνης.
Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών από την ανακήρυξη των βουλευτών ή από τη λήξη, για οποιονδήποτε λόγο, της θητείας τους. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο υπάλληλος επανέρχεται ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον κλάδο του.
Τα παραπάνω πρόσωπα, μέχρι να εκλεγούν ή, εφόσον δεν εκλεγούν, μέχρι να επανέλθουν στην υπηρεσία τους, ασφαλίζονται για υγειονομική περίθαλψη στο φορέα ασφάλισης που ήσαν ασφαλισμένοι πριν την παραίτησή τους, καταβάλλοντας οι ίδιοι τις προβλεπόμενες εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη επί των αποδοχών που είχαν κατά το χρόνο της παραίτησής τους.».
(άρθρο 12 του Ν.3231/2004)
4. Επάνοδος εκπαιδευτικών υποψήφιων βουλευτών σε θέσεις στελεχών
Εκπαιδευτικοί οι οποίοι παραιτήθηκαν υποχρεωτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του Συντάγματος και της παρ. 4 του άρθρου 30 του Π.Δ.26/2012, προκειμένου να ανακηρυχθούν υποψήφιοι στις Βουλευτικές εκλογές και δεν εξελέγησαν, επανέρχονται αυτοδίκαια στην ενεργό υπηρεσία, στη θέση από την οποία είχαν παραιτηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν.3231/2004, καθώς και στο αξίωμα που κατείχαν πριν υποβάλλουν αίτηση παραίτησης (Εγκύκλιος Υ.ΠΑΙ.Θ. 125787/Ε3/06-08-2019).
Εκκρεμεί η αποδοχή της γνωμοδότησης 342/2010 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που εκφράζει αντίθετη άποψη.
5. Επάνοδος εκπαιδευτικών υποψήφιων βουλευτών σε θέσεις Αιρετών μελών υπηρεσιακών συμβουλίων
Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 256/2004 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία έχει γίνει αποδεκτή, εκπαιδευτικοί οι οποίοι παραιτήθηκαν υποχρεωτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του Συντάγματος και της παρ. 4 του άρθρου 30 του Π.Δ.26/2012, προκειμένου να ανακηρυχθούν υποψήφιοι στις Βουλευτικές εκλογές και δεν εξελέγησαν, επανέρχονται μεν αυτοδίκαια στην υπηρεσία, αλλά δεν επανέρχονται σε θέσεις αιρετών μελών στα υπηρεσιακά συμβούλια.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Συνοπτικός οδηγός αιτήσεων απόσπασης εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης από ΠΥΣΠΕ σε ΠΥΣΠΕ, σε δομές και σε φορείς και υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας

Αιτήσεις απόσπασης από ΠΥΣΠΕ σε ΠΥΣΠΕ
Σύμφωνα με την εγκύκλιο 34740/E2/27-03-2023 του Υ.ΠΑΙ.Θ. από 06-04-2023 μέχρι 18-04-2023 και ώρα 15:00 ορίζεται η προθεσμία υποβολής αιτήσεων απόσπασης:
α) από ΠΥΣΠΕ σε ΠΥΣΠΕ
β) σε ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ.
γ) σε δομές Ε.Α.Ε.
Οι αιτήσεις υποβάλλονται ηλεκτρονικά στη διαδικτυακή πύλη του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Διαχείρισης Προσωπικού Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΟΠΣΥΔ) του Υ.ΠΑΙ.Θ. (https://opsyd.sch.gr/).
Ακολουθούν αναλυτικά οδηγίες και διευκρινήσεις για όλες τις περιπτώσεις :
https://drive.google.com/file/d/17fabnuesbDwFKBo0iwu1cawPhv8s8Kgi/view?usp=sharing
15 Μαρτίου 2023
Άμεση καθιέρωση των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων
στον δημόσιο τομέα και την εκπαίδευση
Η καθιέρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και στο Δημόσιο ήταν πάγιο αίτημα του συνδικαλιστικού κινήματος και αφορούσε στη δυνατότητα των εργαζομένων να διαπραγματεύονται με τον εργοδότη τους, δηλαδή το ελληνικό κράτος, τον μισθό τους, τη σύνταξή τους, τις εργασιακές συνθήκες, τις προσλήψεις, τους όρους υγιεινής και ασφάλειας, το ωράριο, τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, τον αριθμό μαθητών ανά τμήμα, τις άδειες κτλ.
Πράγματι, το 1999 ύστερα από συνεχείς πιέσεις, η τότε Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, καθιέρωσε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων και στο Δημόσιο Τομέα, με τον Ν.2738/99, κάτι που ίσχυε μόνο στον ιδιωτικό τομέα, ως τότε.
Η εμπειρία εφαρμογής του θεσμού κατά την πρώτη δεκαετία
2000–2010 τόσο σε κεντρικό επίπεδο (ΑΔΕΔΥ) όσο και σε κλαδικό (Ομοσπονδίες) δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και με ευθύνη, κυρίως, των κυβερνήσεων ο θεσμός οδηγήθηκε στον εκφυλισμό.
Ο Νόμος 2738/99 κατά την περίοδο 2010 – 2022 καταργήθηκε επί της ουσίας, αφού λόγω των μνημονίων καμία συλλογική διαπραγμάτευση και συμφωνία δεν έγινε από τότε.
Στο 38ο Συνέδριο της ΑΔΕΔΥ, ομόφωνα υιοθετήθηκε το αίτημα για επαναφορά του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων (Γενικές συλλογικές συμβάσεις – κλαδικές), έτσι ώστε τα μισθολογικά, τα συνταξιοδοτικά και τα εργασιακά μας ζητήματα να μην αποφασίζονται μονομερώς από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, αλλά να αποτελούν πεδίο διαπραγμάτευσης με τα συνδικάτα, όπως γίνεται στον ιδιωτικό τομέα.
Ως Παράταξη θεωρούμε ότι τα μισθολογικά θέματα πρέπει να τα χειρίζεται η ΑΔΕΔΥ στο πλαίσιο ενιαίων αρχών και κανόνων, με την καθιέρωση ενός γνήσιου ενιαίου μισθολογίου, το οποίο θα περιλαμβάνει όλους τους κλάδους και τους υπαλλήλους με βάση τα προσόντα τους. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επιστρέψουμε στα κλαδικά μισθολόγια και επιδόματα, τα οποία ευνοούσαν συγκεκριμένους κλάδους και στους εκπαιδευτικούς έδιναν «ψίχουλα».
Στο πλαίσιο αυτό διεκδικούμε:
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ Εκπαιδευτικών θεωρεί πως το ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των κλαδικών συμβάσεων εργασίας πρέπει να βρίσκεται στα πρώτα αιτήματα του διεκδικητικού πλαισίου του κλάδου.
Μετά από 12 χρόνια αυστηρών μνημονιακών περικοπών, μετά την άρνηση της Κυβέρνησης να δώσει, για το 2023, την παραμικρή αύξηση στους μισθούς μας ήρθε η ώρα να διεκδικήσουμε με τους αγώνες μας, να ζούμε με αξιοπρέπεια από τον μισθό μας, να διεκδικήσουμε καλύτερες εργασιακές συνθήκες, να διεκδικήσουμε προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, εξίσωση αδειών μονίμων – αναπληρωτών κλπ, μέσα από γνήσιες γενικές και κλαδικές συμβάσεις εργασίας.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Σχέδιο νόμου για την αντιμετώπιση της βίας και του εκφοβισμού στα σχολεία.
Οι προτάσεις της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ.
Το κοινωνικό φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας και του εκφοβισμού αποτελεί ένα ανησυχητικό φαινόμενο με πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις στον σχολικό χώρο και στην ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα, αφού μπορεί να δημιουργήσει αρνητικό κλίμα στο σχολείο και να επηρεάσει άμεσα τη διαδικασία της μάθησης. Η έκθεση στην ενδοσχολική βία μπορεί να επιφέρει σοβαρά συναισθηματικά προβλήματα και έντονο άγχος τόσο στους μαθητές όσο και στους εκπαιδευτικούς.
Ο ρόλος του σχολείου στην αντιμετώπιση και πρόληψη της σχολικής βίας είναι σημαντικός,δεδομένου ότι το σχολικό περιβάλλον έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τη συμπεριφορά των μαθητών και να δράσει σαν μηχανισμός πρόληψης στην προσπάθεια αντιμετώπισης της ενδοσχολικής βίας. Χρειάζεται γι’ αυτό να αναπτυχθούν άμεσα προληπτικές και παρεμβατικές πρακτικές για αντιμετώπιση, αλλά και μείωση του προβλήματος.
Η πρόληψη της σχολικής βίας και του εκφοβισμού προϋποθέτει μεταξύ άλλων την καταγραφή, τη μελέτη, αλλά και την αντιμετώπιση των φαινομένων σε πρώιμο στάδιο, καθώς και την ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση ολόκληρης της εκπαιδευτικής κοινότητας. Η σε βάθος κατανόηση ζητημάτων που άπτονται της σχολικής βίας και του εκφοβισμού, η συντονισμένη διαχείριση των ζητημάτων αυτών μέσα από τη δημιουργία δικτύων σε εθνικό και τοπικό επίπεδο είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη στοχευμένων δράσεων.
Το ζήτημα είχε αντιμετωπιστεί για πάρα πολλά χρόνια κατά τρόπο αποσπασματικό για αυτό τον λόγο είναι απαραίτητη μία συνολικότερη και ουσιαστικότερη παρέμβαση, η οποία θα στοχεύει στην ουσία του προβλήματος, θα περιλαμβάνει στη διαδικασία όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, θα είναι αποτέλεσμα εξαντλητικού διαλόγου και δεν θα είναι προϊόν μιας προεκλογικής αναγκαιότητας να εμφανιστεί έργο, το οποίο όμως θα έχει σοβαρές ελλείψεις και δεν θα απαντά στις ανάγκες.
Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείαςμε τίτλο: “Ζούμε Αρμονικά Μαζί - Σπάμε τη Σιωπή: Ρυθμίσεις για την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας και του εκφοβισμού στα σχολεία και άλλες διατάξεις”, πολύ φοβόμαστε πως είναι ένα νομοσχέδιο τίτλων. Χωρίς μάλιστα να αξιοποιεί ουσιαστικά την όποια εμπειρία των προηγούμενων επιτροπών, καθώς το “Παρατηρητήριο Ενδοσχολικής Βίας” -μπήκε στο ψυγείο επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ το 2016- παρέμεινε ανενεργό, παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και στη διάρκεια της θητείας της ΝΔ.
Το σχέδιο νόμου ενώ δείχνει ότι λαμβάνει μέτρα και παίρνει πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της βίας, στην πραγματικότητα δεν παρεμβαίνει ουσιαστικά. Βασικά σημεία στα οποία εστιάζουμε την κριτική μας είναι τα ακόλουθα:
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, αναγνωρίζει τη σοβαρότητα του θέματος και την ανάγκη ουσιαστικών παρεμβάσεων. Όλα αυτά όμως δεν θα πρέπει να γίνουν πρόχειρα και γρήγορα ώστε να εμφανιστεί προεκλογικά έργο. Καλεί το Υπουργείο Παιδείας να μην βιαστεί να φέρει σε ψήφιση το σχέδιο νόμου και να προχωρήσει σε ουσιαστικές βελτιωτικές κινήσεις, αφού λάβει υπόψη και τις προτάσεις των φορέων. Οι εκπαιδευτικοί είμαστε αποφασισμένοι να βοηθήσουμε δημιουργικά εφόσον κληθούμε να συμβάλλουμε.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.