

Η κυβέρνηση εκτέθηκε και εξέθεσε τη Χώρα.
Τέλος στις διακρίσεις σε βάρος των αναπληρωτών.
Η παραπομπή της Ελλάδας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεχιζόμενη άνιση μεταχείριση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών δεν αποτελεί μια απλή νομική εξέλιξη. Αποτελεί μια ηχηρή επιβεβαίωση όσων το εκπαιδευτικό κίνημα και οι χιλιάδες αναπληρωτές καταγγέλλουν εδώ και χρόνια.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε. Επέλεξε να διατηρήσει ένα απαράδεκτο καθεστώς ανισότητας, δημιουργώντας μέσα στο ίδιο δημόσιο σχολείο εκπαιδευτικούς με διαφορετικά δικαιώματα, εκπαιδευτικούς που εργάζονται δίπλα-δίπλα, που σηκώνουν το ίδιο παιδαγωγικό βάρος, αλλά αντιμετωπίζονται από την Πολιτεία ως εργαζόμενοι δύο κατηγοριών.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήρθε ξαφνικά. Είναι αποτέλεσμα μιας διαρκούς πολιτικής επιλογής. Είναι αποτέλεσμα μιας κυβέρνησης που αγνόησε τις επανειλημμένες παρεμβάσεις του εκπαιδευτικού κινήματος, τις αποφάσεις των συλλογικών μας οργάνων και κάθε προειδοποίηση ότι η Χώρα παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές ισότητας και προστασίας της εργασίας.
Δυστυχώς, δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο γεγονός. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα βρίσκεται ολοένα και συχνότερα εκτεθειμένη απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η χώρα υποχωρεί σε κρίσιμους δείκτες που αφορούν το κράτος δικαίου, τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα. Μια χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για σοβαρές υποθέσεις διαχείρισης δημόσιου χρήματος και σήμερα παραπέμπεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς ως εργαζόμενους δεύτερης κατηγορίας.
Αυτή η εικόνα δεν τιμά τη Χώρα. Κυρίως, όμως, δεν τιμά μια κυβέρνηση που διακηρύσσει καθημερινά ότι στηρίζει τη δημόσια εκπαίδευση, την οικογένεια και τους νέους ανθρώπους, ενώ στην πράξη διατηρεί διακρίσεις που προσβάλλουν την ίδια την έννοια της ισότητας.
Οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί δεν είναι προσωρινοί εργαζόμενοι που καλύπτουν έκτακτες ανάγκες. Είναι οι συνάδελφοι που, εδώ και δεκαετίες, κρατούν όρθιο το δημόσιο σχολείο. Κάθε Σεπτέμβριο εγκαταλείπουν τα σπίτια και τις οικογένειές τους, μετακινούνται σε κάθε γωνιά της Χώρας, πληρώνουν δυσβάσταχτα ενοίκια, ζουν μέσα στην αβεβαιότητα και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εκπαίδευσης. Παρ’ όλα αυτά, η Πολιτεία εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει σαν να αξίζουν λιγότερο.
Η πιο προκλητική έκφραση αυτής της πολιτικής αφορά στις μητέρες αναπληρώτριες εκπαιδευτικούς. Είναι αδιανόητο η προστασία της μητρότητας να εξαρτάται από το είδος της σύμβασης εργασίας. Οι διαφορετικές προβλέψεις στις άδειες κύησης, λοχείας, ανατροφής τέκνου και στις γονικές άδειες συνιστούν κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισότητας και υπονομεύουν το ίδιο το δικαίωμα κάθε γυναίκας να γίνει μητέρα χωρίς να τιμωρείται επαγγελματικά. Οι αναπληρώτριες μητέρες δεν λογίζονται ούτε ως δημόσιοι υπάλληλοι ούτε ως εργαζόμενες του ιδιωτικού τομέα! Αποτέλεσμα αυτής της απαράδεκτης διάκρισης είναι να επιστρέφουν στην εργασία μόλις 3,5 μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού τους, όταν οι εργαζόμενοι σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα απολαμβάνουν 9μηνη άδεια ανατροφής.
Το ίδιο απαράδεκτη είναι και η αντιμετώπιση των αναπληρωτών όταν ασθενήσουν θέτοντας ως πλαφόν το χρονικό όριο των 15 ημερών. Σε μια περίοδο που οι οικονομικές δυσκολίες είναι τεράστιες, ένας αναπληρωτής εκπαιδευτικός καλείται πολλές φορές να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη επειδή αρρώστησε,. Το κράτος όχι μόνο δεν προστατεύει τον εργαζόμενο, αλλά του επιβάλλει και οικονομική τιμωρία για το αυτονόητο δικαίωμα στην υγεία. Κανείς εκπαιδευτικός δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής όταν ακόμη και η ασθένεια μετατρέπεται σε οικονομικό βάρος.
Η κυβέρνηση της ΝΔ οφείλει να σταματήσει να κρύβεται πίσω από επικοινωνιακές εξαγγελίες και να προχωρήσει άμεσα στις αναγκαίες νομοθετικές παρεμβάσεις.
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αγωνίζεται για ένα σχολείο με εκπαιδευτικούς που έχουν ίσα δικαιώματα.
Απαιτούμε:
Η ισότητα δεν αποτελεί προνόμιο. Είναι θεμελιώδες εργασιακό δικαίωμα.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Πολλαπλό βιβλίο: Άλλη μια «καινοτομία» χωρίς προετοιμασία, χωρίς στήριξη, χωρίς σεβασμό στους/στις εκπαιδευτικούς!
Για ακόμη μία φορά το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού αποδεικνύει ότι αντιλαμβάνεται το δημόσιο σχολείο ως έναν μηχανισμό που μπορεί να λειτουργεί με πρόχειρες οδηγίες, ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα και αποφάσεις της τελευταίας στιγμής. Η έκδοση του σχετικού ΦΕΚ για την επιλογή των βιβλίων/διδακτικών πακέτων του «Πολλαπλού Βιβλίου» στις 4 Ιουνίου 2026 και η απαίτηση ολοκλήρωσης της διαδικασίας έως τις 19 Ιουνίου 2026 για την Πρωτοβάθμια και έως τις 30 Ιουνίου 2026 για τη Δευτεροβάθμια συνιστά μια ακόμη απόδειξη του τρόπου με τον οποίο το Υπουργείο αντιλαμβάνεται τον σχεδιασμό των εκπαιδευτικών πολιτικών.
Λίγες μόνο ημέρες κρίνονται αρκετές για να μελετηθούν δεκάδες βιβλία ανά γνωστικό αντικείμενο, να συγκληθούν σύλλογοι διδασκόντων, να συζητηθούν παιδαγωγικές και επιστημονικές παράμετροι και να ληφθούν αποφάσεις που θα επηρεάσουν τη διδασκαλία των επόμενων σχολικών ετών. Πρόκειται για ένα χρονοδιάγραμμα που δεν αποπνέει σοβαρότητα, αλλά προχειρότητα. Δεν αποπνέει εμπιστοσύνη στους/στις εκπαιδευτικούς, αλλά πίεση και μεταφορά ευθυνών.
Εδώ και χρόνια ακούμε για την ανάγκη εκσυγχρονισμού του σχολείου, για την ενίσχυση της παιδαγωγικής ελευθερίας και για την αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αν πράγματι αυτά ήταν ο στόχος της πολιτικής ηγεσίας, θα είχε προηγηθεί σοβαρός σχεδιασμός, ουσιαστική ενημέρωση, επαρκής επιμόρφωση και κυρίως ο αναγκαίος χρόνος, ώστε οι εκπαιδευτικοί να μελετήσουν, να αξιολογήσουν και να επιλέξουν υπεύθυνα τα βιβλία που θα χρησιμοποιηθούν στις σχολικές αίθουσες.
Αντί γι' αυτό, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να αναλάβουν μια εξαιρετικά απαιτητική διαδικασία, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, την ώρα που τα σχολεία ολοκληρώνουν τη λειτουργία τους, που οι υποχρεώσεις συσσωρεύονται και η εκπαιδευτική κοινότητα βρίσκεται στα όρια της επαγγελματικής εξουθένωσης.
Η επιλογή ενός σχολικού βιβλίου δεν είναι μια τυπική διοικητική πράξη.Δεν είναι ένα «κλικ» σε μια πλατφόρμα ούτε μια διαδικασία που μπορεί να διεκπεραιωθεί πρόχειρα. Απαιτεί μελέτη εκατοντάδων σελίδων, σύγκριση διαφορετικών προσεγγίσεων, αξιολόγηση της επιστημονικής εγκυρότητας, της παιδαγωγικής καταλληλότητας και της σύνδεσής τους με τις ανάγκες των μαθητών/τριών. Απαιτεί συζήτηση μεταξύ των εκπαιδευτικών, ανταλλαγή απόψεων, επιστημονικό προβληματισμό και συλλογικές αποφάσεις. Όλα αυτά προϋποθέτουν χρόνο. Χρόνο, που το Υπουργείο επέλεξε να μην δώσει, αν και η κυβέρνηση γνώριζε, εδώ και μήνες, ότι το πολλαπλό βιβλίο θα εφαρμοστεί. Μάλιστα, από το 2025 είχε ανακοινωθεί ότι οι εκπαιδευτικοί θα χρειάζονταν χρόνο για να επιλέξουν βιβλία. Αντί να δοθεί επαρκής περίοδος μελέτης από την αρχή της χρονιάς, φτάσαμε και πάλι στο γνωστό μοτίβο: αποφάσεις της τελευταίας στιγμής, πίεση στους/στις εκπαιδευτικούς και μεταφορά της ευθύνης στη βάση του συστήματος.
Το πιο εξοργιστικό, όμως, δεν είναι μόνο η βιασύνη. Είναι η υποκρισία που τη συνοδεύει. Από τη μία πλευρά, η πολιτική ηγεσία διακηρύσσει ότι εμπιστεύεται τους/τις εκπαιδευτικούς και τους/τις αναγνωρίζει ως βασικούς παράγοντες της εκπαιδευτικής διαδικασίας και από την άλλη, τους/τις αντιμετωπίζει ως εκτελεστικά όργανα που οφείλουν να εφαρμόζουν χωρίς αντίρρηση κάθε νέα απόφαση, ανεξάρτητα από το πόσο ανέτοιμο είναι το πλαίσιο εφαρμογής της. Η ευθύνη μεταφέρεται στους/στις εκπαιδευτικούς, ενώ η ευθύνη του σχεδιασμού παραμένει στο απυρόβλητο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Τα τελευταία χρόνια το δημόσιο σχολείο έχει μετατραπεί σε πεδίο συνεχών πειραματισμών. Νέα Προγράμματα Σπουδών, νέες πλατφόρμες, νέες διοικητικές απαιτήσεις, αξιολογήσεις, αποτιμήσεις, δείκτες, εκθέσεις και ατελείωτη γραφειοκρατία συσσωρεύονται πάνω στο εκπαιδευτικό έργο. Κάθε φορά η ίδια υπόσχεση: ότι όλα γίνονται για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης. Κάθε φορά η ίδια πραγματικότητα: περισσότερη πίεση για τους/τις εκπαιδευτικούς, περισσότερες υποχρεώσεις για τα σχολεία και λιγότερος χρόνος γι΄ αυτό που πραγματικά έχει σημασία, τη διδασκαλία και τη στήριξη των μαθητών/τριών.
Το πολλαπλό βιβλίο θα μπορούσε να αποτελέσει όχι μια καινοτομία, αλλά μια σημαντική εκπαιδευτική τομή. Θα μπορούσε να ενισχύσει την παιδαγωγική αυτονομία και να προσφέρει περισσότερες δυνατότητες στους/στις εκπαιδευτικούς. Όμως καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να πετύχει, όταν οικοδομείται πάνω στην προχειρότητα. Καμία αλλαγή δεν μπορεί να είναι ουσιαστική, όταν εφαρμόζεται χωρίς διάλογο με αυτούς/ές που καλούνται να την υλοποιήσουν. Καμία πολιτική δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη, όταν αντιμετωπίζει τους/τις εκπαιδευτικούς ως το μόνιμο «μαξιλάρι» που θα απορροφήσει τις αστοχίες του σχεδιασμού.
Οι εκπαιδευτικοί δεν φοβούνται την αλλαγή. Δεν αρνούνται την πρόοδο.Αρνούνται όμως να γίνονται διαρκώς οι αποδέκτες αποφάσεων που λαμβάνονται ερήμην τους και εφαρμόζονται χωρίς τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις επιτυχίας. Αρνούνται να σηκώνουν μόνοι τους το βάρος κάθε νέας εξαγγελίας. Αρνούνται να νομιμοποιήσουν με τη σιωπή τους μια λογική που θεωρεί δεδομένο ότι το φιλότιμο και η υπευθυνότητά τους θα καλύπτουν πάντα τα κενά της πολιτείας.
Το δημόσιο σχολείο αξίζει καλύτερη αντιμετώπιση. Οι μαθητές και οι μαθήτριες αξίζουν καλύτερο σχεδιασμό. Οι εκπαιδευτικοί αξίζουν επιτέλους τον σεβασμό που τόσο συχνά επικαλείται το Υπουργείο και τόσο σπάνια αποδεικνύει στην πράξη. Η πραγματική αναβάθμιση της εκπαίδευσης δεν ξεκινά από τα ΦΕΚ και τις εξαγγελίες. Ξεκινά από τον σεβασμό στους ανθρώπους που κρατούν καθημερινά όρθια τη δημόσια εκπαίδευση και αυτόν τον σεβασμό, δυστυχώς, η συγκεκριμένη διαδικασία, όπως και άλλες που έχουν προηγηθεί, δεν τον δείχνουν ούτε κατ' ελάχιστον.
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ζητά την απόσυρση της εγκυκλίου,ώστε να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος στους συλλόγους διδασκόντων, προκειμένου να επιλέξουν, αφού πρώτα μελετήσουν σωστά και επαρκώς όλο το υλικό. Η επιλογή των σχολικών βιβλίων δεν μπορεί να γίνει μέσα σε ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο ελάχιστων ημερών. Ο λανθασμένος σχεδιασμός του υπουργείου δεν μπορεί να διορθωθεί μέσα από τέτοιες απαράδεκτες και βιαστικές διαδικασίες.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Ο Πληθωρισμός καλπάζει!
Όσο ο Πρωθυπουργός «λυπάται και θυμώνει με την ακρίβεια» τόσο περισσότερο πληρώνει ο ελληνικός λαός.
Για έβδομο συνεχόμενο μήνα η Ελλάδα καταγράφει σημαντικά υψηλότερο πληθωρισμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η νέα εκτίναξη στο 5% τον Μάιο, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με τη Eurostat, δεν αποτελεί μια προσωρινή στρέβλωση. Οι σωρευμένες ανατιμήσεις εδώ και τέσσερα χρόνια δεν συνιστούν απλώς ακρίβεια. Πρόκειται για μια συστηματική αναδιανομή πλούτου εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Πρόκειται για τεράστια μεταφορά εισοδήματος από τα νοικοκυριά, τους εργαζομένους και τη μεσαία τάξη προς τα ολιγοπώλια που αποκομίζουν υπερκέρδη μέσα από την ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ από το 2020 οι τιμές στα τρόφιμα έχουν εκτιναχθεί κατά 34,5%. Τα πιο ευάλωτα στρώματα δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση από τον πληθωρισμό. Για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού το μερίδιο της μέσης δαπάνης για είδη διατροφής και στέγαση ανέρχεται στο 55,9% των δαπανών των νοικοκυριών. Τα παραπάνω δεδομένα πιστοποιούν αυτό που αποτελεί κοινή συνείδηση στην ελληνική κοινωνία, πως η κυβέρνηση έχει γίνει χορηγός της ακρίβειας.
Ταυτόχρονα, η Κυβέρνηση της ΝΔ έχει μετατρέψει τον πληθωρισμό σε βασικό εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής. Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Τα ελληνικά νοικοκυριά πλήρωσαν 25 δισ. ευρώ ΦΠΑ το 2024, έναντι 12,9 δισ. το 2019. Και όλα αυτά τη στιγμή που οι Έλληνες ανταγωνίζονται με τη Βουλγαρία για την τελευταία θέση στην αγοραστική δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι μισοί συμπολίτες μας δηλώνουν πως δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ούτε μία εβδομάδα διακοπών.
Το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται. Τα κόκκινα δάνεια ανέρχονται σε 73 δισ. Το ληξιπρόθεσμο χρέος προς τις Δ.Ο.Υ. διαμορφώνεται στα 111,8 δισ., με 4,6 εκατομμύρια Α.Φ.Μ. να οφείλουν αυτό το ποσόν. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ξεπέρασαν τα 49,3 δισ., εκ των οποίων τα 32 δισ. αφορούν σε κύριες οφειλές, ενώ τα υπόλοιπα σε προσαυξήσεις.
Την ίδια στιγμή, ο Πρωθυπουργός δηλώνει ότι «λυπάται και θυμώνει με την ακρίβεια». Όμως όσο εκείνος λυπάται τόσο οι πολίτες πληρώνουν. Όσο η κυβέρνηση αρκείται σε διαπιστώσεις και επικοινωνιακές εκφράσεις συμπάθειας, η ελληνική κοινωνία βλέπει το βιοτικό της επίπεδο να υποχωρεί μήνα με τον μήνα.
Η αλήθεια είναι απλή. Η ακρίβεια δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης της ΝΔ. Είναι αποτέλεσμα της απουσίας ουσιαστικών ελέγχων στην αγορά, της ανοχής στα υπερκέρδη, της αδυναμίας στήριξης των εισοδημάτων και της επιλογής μιας οικονομικής πολιτικής που αφήνει την κοινωνία απροστάτευτη. Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την αλλαγή οικονομικής πολιτικής.
Μια νέα πολιτική που θα βάζει στο επίκεντρο τον εργαζόμενο, τη μικρομεσαία επιχείρηση και το ελληνικό νοικοκυριό. Μια πολιτική που θα αποκαταστήσει την αποτελεσματική ρύθμιση της αγοράς, θα ενισχύσει τα εισοδήματα των πολιτών και θα βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Αιρετοί εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών στα υπηρεσιακά συμβούλια.
Εκατό χρόνια παρουσίας και δράσης δεν θα επιτρέψουμε να «σβήσουν».
Ο θεσμός του Αιρετού εκπροσώπου στα υπηρεσιακά συμβούλια αποτελεί μια ιστορική και βαθιά ριζωμένη δημοκρατική και συνδικαλιστική κατάκτηση των εκπαιδευτικών, με παρουσία και προσφορά η οποία φέτος συμπληρώνει τα 100 χρόνια.
Είναι καρπός μακροχρόνιων αγώνων του κλάδου για συμμετοχή, διαφάνεια και υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων απέναντι σε αυθαίρετες διοικητικές πρακτικές. Αποτελεί την εκλεγμένη φωνή των εκπαιδευτικών μέσα στη διοίκηση, η οποία μεταφέρει τις αγωνίες, τις ανάγκες και τις διεκδικήσεις των συναδέλφων του στα υπηρεσιακά συμβούλια.
Ο θεσμός σε αυτά τα 100 χρόνια πέρασε μέσα από πολλές δυσκολίες, τόσο από τους εξωτερικούς του αντιπάλους, δηλαδή τις κυβερνήσεις και τους εκάστοτε εκπροσώπους τους στη διοίκηση της εκπαίδευσης, όσο δυστυχώς και από εσωτερικούς εχθρούς και υπονομευτές.
Οι δυνάμεις της συνδικαλιστικής ανευθυνότητας πάντα είχαν τον θεσμό στο στόχαστρό τους για μικροπαραταξιακούς λόγους.Η καταξίωση, που προέκυπτε μέσα από τη δράση και την παρουσία όσων προσώπων εκλέγονταν, ήταν εμπόδιο στις συνδικαλιστικές επιδιώξεις τους. Πάντα προσπαθούσαν με τοξικό λόγο να φθείρουν τον θεσμό και τα πρόσωπα.
Το 2020 τους δόθηκε η ευκαιρία να συνδράμουν στην ολοκληρωτική του κατάργηση μέσα από την καταστροφική επιλογή για αποχή από τις ηλεκτρονικές εκλογές, η οποία τους φόβιζε λόγω της καθολικότητας που προσέδιδε στη συμμετοχή των εκπαιδευτικών. Προτιμούν, σαφέστατα, τα συρρικνωμένα σχήματα με ελάχιστη συμμετοχή, όπου οι στρατευμένες μειοψηφίες θα μετατρέπονται, μέσω της αποχής, σε πλειοψηφίες.
Ακόμα και όταν το καταστροφικό σκηνικό εξέλιπε το 2022, συνέχισαν τον ίδιο αυτοκτονικό συνδικαλιστικό εναγκαλισμό με το παράλογο. Την ίδια τακτική συνεχίζουν και τώρα που τα αδιέξοδά τους μεγαλώνουν και αναζητούν τρόπους να κάνουν μεγαλειώδη συνδικαλιστική «κωλοτούμπα» και να επιστρέψουν «περήφανα» στην ηλεκτρονική εκλογική διαδικασία.
Το απαράδεκτο γεγονός πρόεδρος μικρού συλλόγου εκπαιδευτικών της Θεσσαλονίκης να απαγορεύει, λες και ο σύλλογος είναι «τσιφλίκι» της, σε εκλεγμένη Αιρετή εκπρόσωπο να παραβρεθεί στη γενική συνέλευση συλλόγου μελών από τα οποία έχει εκλεγεί και εκπροσωπεί, είναι αποτέλεσμα ολοκληρωτικής νοοτροπίας και πρέπει να καταδικαστεί από όλους. Ο/η Αιρετός/ή δεν χρειάζεται να πάρει την άδεια από κανέναν ή να περιμένει πρόσκληση για να συμμετέχει στις διαδικασίες εκπαιδευτικών που εκπροσωπεί.
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης καταδικάζει όχι μόνο τους φυσικούς αλλά και τους ηθικούς αυτουργούς της συγκεκριμένης πράξης, οι οποίοι έχουν ξεκάθαρα τον ίδιο στόχο με την κυβέρνηση,να ευτελίσουν και να καταργήσουν τον θεσμό. Εκατό χρόνια παρουσίας και δράσης δεν θα επιτρέψουμε να σβήσουναπό ανεπίγνωστες λογικές που βλάπτουν ολόκληρο τον κλάδο.
Η ΔΟΕ οφείλει να τοποθετηθεί για το θέμα. Η σιωπή και η απόκρυψη τέτοιων φαινομένων συνιστούν συνενοχή.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.